Πέμπτη, 6 Φεβρουαρίου 2014

Η αρχαία Σικυώνα

Η Σικυών ή Σεκυών στην παλαιά διάλεκτο, σύμφωνα με την μαρτυρία του γεωγράφου Στράβωνα, υπήρξε η πρώτη αποικία των Αχαιών στην Ελλάδα. Ο Όμηρος αναφέρει την Σικυώνα ως "ευρύχωρος".  Μία μεγάλη έκταση που βρίσκεται στην Κορινθιακή πεδιάδα, και η οποία εκτείνεται περισσότερο από δέκα έξι μίλια κατά το μήκος της παραλίας, από τον ποταμό της Νεμέας έως τον Σύθα ποταμό και πέραν από αυτόν, και περισσότερο από δέκα τρία μίλια προς το εσωτερικό.
Κατά την διάρκεια της μακράς ιστορίας της, το όνομα της Σικυώνος έχει αλλάξει πολλές φορές. Είναι απαραίτητο να ανατρέξουμε σε αυτά,
διότι αναφέρεται με διαφορετικά ονόματα στα αρχαία κείμενα.
Το πρώτο της όνομα ήταν Αιγιαλεία από τον Αιγίαλο (1870 π.Χ.), ο οποίος αναφέρεται ως ο ιδρυτής της πόλης.
Το δεύτερο όνομα της ήταν Τελχίς ή Τελχινία, από τον βασιλιά Τελχίνα, εγγονό του Αιγίαλου, ή από τους Τελχίνες, τους φημισμένους μεταλλουργούς, που κατά τον Στράβωνα, ήταν οι πρώτοι τεχνίτες του σιδήρου και χαλκού.
Το επόμενο όνομα της ήταν Μυκόνι (μυκόν = παπαρούνα) από την μεγάλη αφθονία της παπαρούνας στους αγρούς, την οποίαν είχαν φέρει και καλλιεργούσαν, όπως αναφέρει ο Ησίοδος, ή όπως πίστευαν οι κάτοικοι  δώρισε η θεά Δήμητρα.
Η περιοχή επίσης ονομάζονταν Ασωπία, στην Αρχαϊκή περίοδο, από τον ποταμό Ασωπό.
Το όνομα "Σικυών", με το οποίο η πόλη ήταν γνωστή κατά το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της, σύμφωνα με την μαρτυρία του Παυσανία, το πήρε από τον Σικυώνα της Αττικής, ο οποίος παντρεύτηκε την Ζευξίππη κόρη του βασιλιά Λαμέδοντα, και ο οποίος αργότερα έγινε βασιλιάς της πόλης.
Μία άλλη πιθανή εκδοχή του ονόματος της είναι από το σικυός η σικύα, ένα είδος κολοκύνθης σε σχήμα αγγουριού, το οποίο καλλιεργούσαν σε μεγάλες ποσότητες τα παλαιά χρόνια.
Άλλη μία ακόμη, από τα τερακότα αγγεία τα οποία κατασκεύαζαν εδώ.
Προτιμούμε την εκδοχή του Παυσανία, ο οποίος επισκέφθηκε την πόλη στα μέσα του δευτέρου αιώνα μ.Χ., συνάντησε τους κατοίκους και έγραψε γι' αυτούς στην περιγραφή του.
Η ακριβής τοποθεσία της Αρχαϊκής πόλης δεν έχει βρεθεί ακόμη, αλλά κατά πάσα πιθανότητα ήταν κοντά στους πρόποδες του ανατολικού μέρους του οροπεδίου.
Το 303 μ.Χ., ο Δημήτριος Πολιορκητής κατέλαβε την Σικυώνα, την κατέστρεψε και έχτισε την νέα πόλη στην Ακρόπολη, επάνω σε ένα τριγωνικό οροπέδιο, 4χμ από την θάλασσα. Ονόμασε την νέα πόλη Δημητριάς, αλλά το όνομα αυτό δεν κράτησε για πολύ, αν και χρησιμοποιήθηκε για λίγο χρόνο ξανά τον μεσαίωνα.
Στους βυζαντινούς χρόνους ονομάσθηκε επίσης Ελλάς.
Γνωρίζουμε ότι η περιοχή της Σικυώνος κατοικείτο από τους Νεολιθικούς χρόνους (Πελασγοί, 5000 - 3000 π.Χ.). Γύρω στο 1900 π.Χ., οι Αχαιοί έκαναν εδώ την πρώτη αποικία τους. Σύμφωνα με τον Παυσανία, ο πρώτος βασιλιάς και ιδρυτής της πόλης ήταν ο Αιγίαλος, του οποίου η δυναστεία κράτησε χίλια περίπου χρόνια (26 βασιλείς). Από τον τέταρτο (Πέλοψ) η Πελοπόννησος (Νήσος του Πέλοπος) πήρε το όνομα της.
Κατά τον ενδέκατο αιώνα π.Χ., οι Δωριείς κατέβηκαν στην περιοχή. Η Σικυών ήταν μια από τις ελάχιστες πόλεις της Πελοποννήσου, που αντιστάθηκαν στους Δωριείς επιδρομείς. Η πόλη κατελήφθη αιφνιδίως μια νύχτα. Το Άργος, η Κόρινθος, η  Φλειούς, η Επίδαυρος, η Τροιζήνη, όλες υποτάχθηκαν στους Δωριείς, χωρίς να φέρουν καμία αντίσταση.
Υπό την κηδεμονία πρώτα των Μυκηνών και αργότερα του Δωρικού Άργους, η Σικυών επανέκτησε την ανεξαρτησία της τον έβδομο αιώνα π.Χ., όταν η Αχαϊκή οικογένεια των τυράννων Ορθαγορήδων πήρε την εξουσία στα χέρια της και κυβέρνησε την πόλη για εκατό χρόνια.
Στοά του αρχαίου θεάτρου

Η Παλαιά Πόλη

Η ακριβής τοποθεσία της παλαιάς πόλης είναι ακόμη άγνωστη. Δυστυχώς καμία σοβαρή προσπάθεια δεν έχει γίνει για να βρεθεί(μόνο λίγες ανασκαφές έχουν γίνει στην Ελληνιστική πόλη). Κατά την γνώμη μας πρέπει να ήταν κοντά στους πρόποδες της ανατολικής πλευράς του οροπεδίου και ορισμένα επιχειρήματα που μπορούν να δοθούν είναι τα εξής:
Γνωρίζουμε από ιστορικές πηγές ότι η αρχαϊκή πόλη είχε τείχος, καθώς και το λιμάνι, το οποίον ήταν περιτοιχισμένο ξεχωριστά. Γνωρίζουμε επίσης, ότι για να υπερασπισθεί κανείς την εντοιχισμένη πόλη, καθώς μας λέει ο Ξενοφών, ήταν απαραίτητο η Ακρόπολη να είναι ασφαλής,  και αναφέρει επίσης ότι η πόλη της Σικυώνος αποτελείτο από τρία μέρη: το λιμάνι, την πόλη και την ακρόπολη. Η μόνη πιθανή και λογική τοποθεσία που μπορούμε να φαντασθούμε για την πόλη, είναι στους πρόποδες της ανατολικής πλευράς του οροπεδίου. Η ίδια η ακρόπολη προστάτευε τα νώτα της πόλης και σε περίπτωση κινδύνου οι κάτοικοι είχαν εύκολη χρήση του οροπεδίου.
Έχουμε επίσης τα λόγια του Δημητρίου Πολιορκητή, ο οποίος είπε στους Σικυώνιους "να χτίσουν την πόλη, πλησίον της πόλης". Αυτό ακριβώς έκαναν και κατοίκησαν το μπροστινό μέρος της ανατολικής πλευράς του οροπεδίου.
Ένα άλλο επιχείρημα για αυτήν την τοποθεσία, είναι ότι δεν χρειάζονταν μεγάλο τείχος για την υπεράσπιση της. Επίσης, αν η πόλη ήταν πλησίον στο λιμάνι, δεν θα υπήρχε ανάγκη να κάνουν ξεχωριστά τείχη.
Μωσαϊκά κατοικιών έχουν βρεθεί σήμερα στα δυτικά του Ασωπού, τα οποία ενισχύουν αυτά τα επιχειρήματα.
Η αρχαία Σικυών ήταν μία πολύ σημαντική πόλη τα παλαιά χρόνια και αυτό το βλέπουμε στις διάφορες ιστορίες των μύθων.
Ο Καλλίμαχος αναφέρει την Σικυώνα ως τον τόπο που διάλεξαν οι Ολύμπιοι Θεοί για την απόδοση τιμών μεταξύ τους, μετά την νίκη τους εναντίον των Γιγάντων και ο Ησίοδος αναφέρει την Μυκόνη (Σικυών) ως το μέρος που ο Προμηθέας εξαπάτησε τους Θεούς(Δία), δίνοντας τους τα χειρότερα κομμάτια από τα θυσιασμένα ζώα, κρατώντας τα καλύτερα για τους ανθρώπους.
Οι αρχαίοι επίσης πίστευαν ότι στην Σικυώνα έφερε ο Προμηθέας την φωτιά στο ανθρώπινο γένος.
Λίγες είναι οι γνώσεις μας για την ιστορία της αρχαίας πόλης και αυτές κυρίως προέρχονται από τις λίστες των βασιλέων του Παυσανία και του Ευσέβιου.
Σύμφωνα με τον Παυσανία, ο πρώτος βασιλιάς της Σικυώνος και ιδρυτής της, ήταν ο Αιγιαλεύς και η πόλη ονομάσθηκε Αιγιαλεία και ολόκληρος η Πελοπόννησος ονομαζότανε Αιγιαλός.   Έκτισε την πόλη στην πεδιάδα και την Ακρόπολη στην άκρη της ανατολικής πλευράς του οροπεδίου (όπου, όπως αναφέρει ο Παυσανίας, βρισκότανε ο Ναός της Αθηνάς).
Ο γιος του, Εύρωπος τον διαδέχθηκε και μετά αυτόν ο Τελχίνος, από τον οποίο η πόλη πήρε πιθανότατα το όνομα της, Τελχινία. Ο γιος του Άπις έφθασε σε τέτοια μεγάλη δύναμη, ώστε ολόκληρη η περιοχή νοτίως του Ισθμού ονομάσθηκε Απία.  Μετά τον Άπι ακολούθησε ο γιος του Θελξίων, και μετά αυτόν ο Αίγυρος, Θουρίμαχος και Λεύκιππος.  Ο Λεύκιππος δεν έκανε γιο αλλά  κόρη, την Καλχινία, η οποία σύμφωνα με την παράδοση έκανε με τον Ποσειδώνα ένα αγόρι. Ο Λεύκιππος το ανέθρεψε και του έδωσε το βασίλειο του. Το όνομά του ήταν Πέρατος.
Ο γιος του, Πλημναίος είχε την ακόλουθη θλιβερή και όμορφη ιστορία. Όλα τα παιδιά του πέθαιναν με το πρώτο τους κλάμα. Η θέα Δήμητρα τον λυπήθηκε και ήλθε στην Αιγιαλεία σαν μία ξένη γυναίκα και βοήθησε την γυναίκα του, να φέρει στον κόσμο ένα γιο και να τον μεγαλώσει, το όνομα του ήταν Ορθόπολις.  Η κόρη του Χρυσόρθη, γέννησε έναν γιο στον Απόλλωνα, το όνομά του ήταν Κόρωνος, ο οποίος έκανε δύο γιους, τον Κόρακα και τον Λαμέδωνα. Ο Κόραξ πέθανε χωρίς απογόνους και τον καιρό εκείνο ήλθε ο Επωπεύς από την Θεσσαλία και έγινε βασιλιάς.
Κατά τα χρόνια της βασιλείας του, ο πρώτος εχθρικός στρατός εισέβαλε στην Σικυωνία. Η αιτία της εισβολής ήταν η κόρη του Νυκτέως των Θηβών, Αντιόπη, της οποίας η ομορφιά ήταν ξακουστή ανάμεσα στους Έλληνες. Ο Επωπεύς απήγαγε την Αντιόπη και ο πατέρας της Νυκτέως συγκέντρωσε στρατό και επιτέθηκε στην Σικυώνα. Κατά την διάρκεια της μάχης, την οποίαν κέρδισαν οι Σικυώνιοι, ο Επωπεύς και Νυκτέας τραυματίσθηκαν σοβαρά, ο τελευταίος μεταφέρθηκε στις Θήβες, όπου πέθανε. Πριν τον θάνατον του, ανέθεσε ως αρχιστράτηγο των Θηβών τον αδελφό του Λύκο, και τον έκανε να υποσχεθεί ότι θα συγκεντρώσει ακόμη μεγαλύτερο στρατό για να πάρει εκδίκηση και να τιμωρήσει την κόρη του, σε περίπτωση που θα την συλλάμβαναν. Στο μεταξύ ο Επωπεύς, μετά την μάχη έκανε θυσία και άρχισε το κτίσιμο ναού της Αθηνάς, ως ευχαριστία.  Όταν τελείωσε ο ναός, αφού έκανε θυσία και προσευχές, ερώτησε την Θεά, αν ο ναός ήταν της αρεσκείας της. Λέγεται ότι αμέσως μετά, λάδι ελιάς ανέβλυσε μπροστά στον βωμό.  Ο Επωπεύς έχοντας παραμελήσει το τραύμα του μέχρι τότε, πέθανε μετά από αυτό και τον έθαψαν μπροστά στον βωμό της Αθηνάς.
Ο Λαμέδων, γιος του Κορώνου, ανέλαβε την βασιλεία και έδωσε εντολή να επιστρέψει η Αντιόπη στις Θήβες. Στον δρόμο της επιστροφής της, γέννησε δύο αγόρια, τον Ζήθο και τον Αμφίονα.  Ο Λαμέδων παντρεύτηκε μία Αθηναία, την Φηνώ του Κλυτίου.  Αργότερα, όταν βρέθηκε σε πόλεμο με τον Άρχανδρον και Αρχιτέλην, γιους του Αχαιού του Άργους, συμμάχησε με τον Σικυώνα της Αττικής και του έδωσε την κόρη του Ζευξίππη ως γυναίκα του. Ο Σικυών αργότερα έγινε βασιλιάς και η πόλη πήρε το όνομα του και η περιοχή ονομάσθηκε Σικυωνία. Η κόρη του Χθονοφύλη απέκτησε γιο με τον Ερμή και το όνομα του ήταν Πόλυβος. Αργότερα παντρεύτηκε τον Φλιά, τον επώνυμο ήρωα της Φλειούς, και έφερε γιο, τον Ανδροδάμα.
Η κόρη του Πόλυβου Λυσιάνασσα παντρεύτηκε τον Ταλαό, γιο του Βίαντος, βασιλιά των Αργείων και έκανε γιο τον Άδραστο, ο οποίος φεύγοντας  από το Άργος πήγε στην Σικυώνα, στον παππού του Πόλυβο και έγινε βασιλιάς της πόλεως μετά τον θάνατο του. Αργότερα επέστρεψε στο Άργος, αφήνοντας το βασίλειο κενό και ο Ιανίσκος απόγονος του Κλυτίου έγινε βασιλιάς. Μετά τον θάνατο του, τον διαδέχθηκε ο Φαιστός, λέγεται δε ότι ήταν ένα από τα παιδιά του Ηρακλέους. Ο Φαιστός μετοίκησε στην Κρήτη και ο Ζεύξιππος τον διαδέχθηκε, γιος του Απόλλωνος και της νύμφης Συλλίδος. Ο επόμενος βασιλιάς ήταν ο εγγονός του Φαιστού, Ιππόλυτος, που κατά την διάρκεια της βασιλείας του δήλωσε υποταγή στις Μυκήνες, αφού πρώτα ο Αγαμέμνων οδήγησε τον στρατό του εναντίον της Σικυώνος. Στην βασιλεία του γιου του, Λακεστάδη, ο Φάλκης γιος του Τημένου, κατέλαβε κατά την διάρκεια νύχτας την Σικυώνα με την βοήθεια των Δωριέων.
Ο Λακεστάδης, ο οποίος ανήκε στην οικογένεια των Ηρακλήδων, συγκυβέρνησε την πόλη με τον Φάλκη. Την πόλη του Αιγίαλου, η οποία βρισκότανε στην πεδιάδα, ο Δημήτριος γιος του Αντιγόνου κατέστρεψε ολοσχερώς και έκτισε την νέα πόλη στην παλαιά Ακρόπολη.
Οι Σικυώνιοι έλαβαν μέρος στον Τρωικό Πόλεμο, αλλά τα ονόματα των βασιλέων τους διαφέρουν μεταξύ των συγγραφέων. Σύμφωνα με τον Παυσανία, ο Ιππόλυτος βασιλιάς της Σικυώνος ήταν ο ναύαρχος του Αγαμέμνονος, και κατά τον Ευσέβιο ήταν ο Πολυφείδης, και σύμφωνα με τον Ίβυκο ήταν ο Ζεύξιππος. Ο Ευσέβιος διαφέρει επίσης και σε άλλα σημεία. Λέγει ότι μετά την βασιλεία του Ζεύξιππου, η Σικυών κυβερνήθηκε από τους ιερείς του Απόλλωνος Καρνείου και κράτησε μέχρι τον έβδομο ιερέα, ο οποίος δεν μπόρεσε να κρατηθεί στην εξουσία λόγω οικονομικών δυσκολιών.

Το αρχαίο γυμνάσιο

Άδραστος
(Αρχές 13ου αιώνος π.Χ.)


Φημισμένος βασιλιάς της Σικυώνος και του Άργους. Ήταν εγγονός του Βία και γιος του Ταλαού και της Λυσιμάχης. Μετά από διαμάχη των τριών οικογενειών του Μέλαμπου, Βία και Προίτου, που κυβερνούσαν το Άργος, πήγε στην Σικυώνα στον παππού του από το γένος της μητέρας του, βασιλιά Πόλυβο, από τον οποίο και κληρονόμησε το βασίλειο του. Αργότερα αφού συμφιλιώθηκε με τον εχθρό του Αμφιάραο (ο οποίος είχε σκοτώσει τον πατέρα του) δίνοντας του την αδελφή του Εριφύλη για γυναίκα του, επέστρεψε στο Άργος και κυβέρνησε την πόλη.
Σύμφωνα με την παράδοση, κατά την διάρκεια μιας θυελλώδους νύχτας, άκουσε δυνατές φωνές και βγαίνοντας έξω στην αυλή του σπιτιού του, είδε δύο άνδρες να διαπληκτίζονται, ο ένας έχοντας ζωγραφισμένη στην ασπίδα του ένα λιοντάρι και ο άλλος αγριογούρουνο.  Αμέσως θυμήθηκε τον παράξενο χρησμό που του είχε δοθεί, ότι θα παντρέψει τις κόρες του με λιοντάρι και αγριογούρουνο.
Οι δύο άνδρες ήταν ο Πολυνείκης, γιος του Οιδίποδος βασιλιά των Θηβών, και ο Τυδέας, γιος του Αινεία της Καλυδώνος.  Ο Άδραστος χώρισε τους δύο άνδρες και αφού τους συμφιλίωσε, τους πάντρεψε με τις κόρες του Αργεία και Δείπυλη.  Αργότερα, για να βοηθήσει τον Πολυνείκη να επανέλθει στον πατρικό του θρόνο, έκανε εκστρατεία εναντίον των Θηβών.
Έτσι άρχισε ο φημισμένος και οδυνηρός πόλεμος "οι Επτά εναντίον των Θηβών", από τον οποίον μόνο ο Άδραστος επέζησε και διέφυγε τον θάνατο, με την βοήθεια του αγαπημένου του αλόγου, Αρίων.
Μετά από χρόνια, όταν πλέον μεγάλωσαν οι γιοι των σκοτωμένων συντρόφων του, ξεκίνησε καινούργια εκστρατεία εναντίον των Θηβών, και με την βοήθεια του γιου του Αιγιαλέα και των Επιγόνων, κατέλαβε και κατέστρεψε την πόλη. Έχασε όμως τον αγαπημένο γιο του στην μάχη και πέθανε από μαρασμό και θλίψη στον δρόμο της επιστροφής.
Αργότερα οι Σικυώνιοι και οι Αργείοι τον λάτρεψαν σαν ήρωα με μεγάλες τιμές, ειδικά στην Σικυώνα όπου έκτισαν το Ηρώο του στην Αγορά, το οποίο ο Ηρόδοτος είδε, και εξυμνούσαν τους ηρωισμούς του, αλλά και τα παθήματα του με λυρικές τραγωδίες.
(Ηροδότου Ιστορία)


Ορθαγόρας
(676 π.Χ.)


Υπήρχε μία παράδοση, ότι η Πυθία είχε δώσει προφητεία στους Σικυωνίους, η οποία έλεγε ότι η πόλη χρειάζονταν και θα ελάμβανε εκατό χρόνια εξαγνισμού, και πράγματι τόσα ήταν τα χρόνια που η δυναστεία των Ορθαγορίδων διήρκησε.
Με τον τύραννο Ορθαγόρα (σύγχρονος του Κύψελου και Περίανδρου της Κορίνθου) κατέρρευσε ο Δωρικός δεσμός στον οποίο η Σικυών ήταν υποχείριο του Άργους. Ήταν ο πρώτος τύραννος της Σικυώνος.  Κυβέρνησε την πόλη δημοκρατικά και την έκανε να προοδεύσει.
Ο Ορθαγόρας, άνθρωπος με μεγάλες ικανότητες, ανέβηκε στην εξουσία όταν τον ανέδειξαν στρατηγό, αφού έπεισε με λογικά επιχειρήματα τους κατοίκους, ότι ήταν απόγονοι των Αχαιών και τους κυβερνούσαν αδίκως μέχρι τώρα οι Δωριείς Αργείοι.  Το αποτέλεσμα ήταν να γίνει επανάσταση και να αναδειχθεί τύραννος.
Από τον διασωθέντα πάπυρο Οχύρινγχο, μαθαίνουμε τα γεγονότα της ανόδου του ως τυράννου. Ήταν γιος του Ανδρέα (μάγειρα).
Την εποχή εκείνη η Σικυών είχε διαμάχες με την Πελλήνη για τα σύνορα τους και για να τα ασφαλίσουν, δημιούργησαν ένα σώμα φρουρών (Περίπολοι).  Ο Ορθαγόρας διακρίθηκε στο σώμα αυτό και έγινε αρχηγός τους (Περιπόλαρχος). Συνέχισε την άνοδο του και τελικά έγινε αρχηγός του στρατού και άρχοντας (τύραννος) της πολιτείας.
Περίπου αυτόν τον καιρό, η Σικυών νίκησε και κατέστρεψε την μετά την Πελλήνη και κοντά στην παραλία Δονούσα, και  βάδισε εναντίον της Αίγειρας, η οποία σώθηκε από τους κατοίκους της με ένα τέχνασμα. Τοποθέτησαν δαυλούς στα κέρατα των κατσικών και τις οδήγησαν μέσα στην νύχτα εναντίον του Σικυωνικού στρατού. Οι Σικυώνιοι βλέποντας τον μεγάλο αριθμό τους, ανέβαλαν την επίθεση. Από αυτό το γεγονός η πόλη Αίγειρα, πήρε το όνομα της.
Ο γιος του Μύρων ο δεύτερος τον διαδέχθηκε στην αρχηγία, αλλά δολοφονήθηκε από τον αδελφό του Ισόδημο.
Ο αδελφός του Ορθαγόρα Μύρων, αφιέρωσε το πρώτο θησαυροφυλάκιο της Σικυώνος στην Ολυμπία, έχοντας κερδίσει το αγώνισμα της αρματοδρομίας εκεί το 648 π.Χ., στην 33η Ολυμπιάδα.



Κλεισθένης
(600 - 560 π.Χ.)


'Αγαλμα του Πανός
Ήταν ο πιο δυναμικός από τους Ορθαγορίδες. Κατά την διάρκεια της εξουσίας του, η Σικυών έγινε μεγαλύτερη βιομηχανική και εμπορική πόλη. Τα τριάντα χρόνια που κυβέρνησε ο Κλεισθένης την Σικυώνα, ήταν τα πιο σπουδαία για το μέλλον και την ιστορία της. Η εξύψωση που έφερε στον Ιωνικό πληθυσμό, είχε σαν αποτέλεσμα την αναγέννηση των τεχνών.
Οι Σικυώνιοι πρωτοπόρησαν σε όλες τις τέχνες, κυρίως στην ζωγραφική και γλυπτική. Καλλιτέχνες από όλη την Ελλάδα ήλθαν εδώ για να εργασθούν και να διδαχθούν.
Ο Κλεισθένης ακολούθησε σκληρή γραμμή σε ότι είχε να κάνει με το δωρικό στοιχείο. Καθαίρεσε την λατρεία του ήρωα Άδραστου, η οποία είχε πάρει θρησκευτικό χαρακτήρα, αποτελούμενη από χορωδίες και θεατρικό δράμα, και επανέφερε την παλαιά Διονυσιακή λατρεία, η οποία περιείχε διθύραμβο και χορούς, κλπ.  Έδωσε στους πτωχούς και στην μεσαία τάξη καινούργιες ελευθερίες.  Η αριστοκρατία εξαλείφθηκε τελείως. Έδωσε καινούργια ονόματα στις φυλές που κατοικούσαν στην Σικυώνα.  Την δική του φυλή Αιγιαλείς, η οποία είχε πάρει το όνομα από τον Αιγίαλο, ονόμασε Αρχέλαοι (Άρχοντες του λαού), και τις άλλες τρεις φυλές ονόμασε  Υάται (Γουρουνάκια), Χοιρεάται (Γουρούνια), Ονεάται (Γαϊδούρια), οι οποίες αντιπροσώπευαν τις τρεις δωρικές αριστοκρατικές τάξεις, Υλλείς, Δυμανείς και Πάμφυλοι. Εξήντα χρόνια μετά τον θάνατο του, οι Σικυώνιοι επανέφεραν πίσω τα παλαιά ονόματα.
Καινούργια πνοή και ενεργητικότητα έπνευσε στην πόλη, με όλες αυτές τις αλλαγές.  Η μεταλλουργία αναπτύχθηκε σημαντικά, και άλλες βιομηχανίες όπως η κατασκευή μπρούτζινων και ασημένιων αγγείων(δημιούργησαν αριστουργήματα), βιομηχανία υποδημάτων(τα πιο φημισμένα παπούτσια), ενδύματα και η ήδη αναπτυγμένη γεωργία, έφεραν οικονομική ευημερία. Η Σικυών έγινε η χώρα της επαγγελίας.
Ο Δίποινος και Σκυλλίς, οι μαθητές(ή γιοι) του Κρητικού γλύπτη Δαίδαλου, μετανάστευσαν στην Σικυώνα (580-577 π.Χ.) και άνοιξαν σχολή  Γλυπτικής. Η παράδοση αναφέρει ότι όταν πρωτοήλθαν στην Σικυώνα, άφησαν την δουλειά τους στην μέση και έφυγαν για την Αιτωλία (το έργο τους παρουσίαζε ένα σύμπλεγμα της φημισμένης Δελφικής ιστορίας του Ηρακλή, προστατευόμενος από την Αθηνά, η οποία προσπαθούσε να πάρει το τρίποδο από τον Απόλλωνα, προστατευόμενος από την Άρτεμη). Πανώλη έπεσε στην Σικυώνα, αμέσως μετά την αναχώρηση τους και οι Σικυώνιοι ζητώντας βοήθεια από το Μαντείο των Δελφών, πήραν τον χρησμό της Πυθίας, η οποία τους είπε ότι η πανώλη θα συνεχισθεί μέχρις ότου επιστρέψουν οι καλλιτέχνες και τελειώσουν το έργο τους στον ναό.  Ο Πλίνιος αναφέρει, ότι αυτό πραγματοποιήθηκε με μεγάλες αμοιβές και προσευχές.
Ο Κλεισθένης ήταν άνθρωπος με πολλά ταλέντα, πολεμιστής και αθλητής, ο οποίος είχε κερδίσει στις αρματοδρομίες της Πυθίας(582 π.Χ.) και Ολυμπίας(572 π.Χ.).  Γενναίος και εύγλωττος αρχηγός, γενναιόδωρος και αγαπητός, ένας άνθρωπος τον οποίο μπορούσες να εμπιστευθείς και πολιτική ιδιοφυΐα. Ήταν με το μέρος των φτωχών και υπό την κηδεμονία του η πόλη επανέκτησε την παλιά Ομηρική λάμψη, αν και είχε καταργήσει την απαγγελία των Ομηρικών ποιημάτων, τα οποία εκθείαζαν την τιμή των Αργείων.
Μετά την νίκη του στην αρματοδρομία της Ολυμπίας, διακήρυξε στους ευγενείς νέους, ότι όποιος ήθελε το χέρι της κόρης του Αγαρίστη, να έλθει στην Σικυώνα σε εξήντα μέρες, όπου και θα φιλοξενούνταν για ένα χρόνο, μέχρις ότου θα έκανε την διαλογή του πιο άξιου. Άρχισαν να έρχονται στην αυλή του  μνηστήρες, από όλη την Ελλάδα. Ο Σμυνδρίδης από την Σύβαρη, έφερε μαζί του χίλιους δούλους. Ο Κλεισθένης δοκίμασε τις ικανότητες τους στην γυμναστική, στον χαρακτήρα, στην ευφυΐα και κοινωνική συμπεριφορά.  Όταν τελείωσε ο χρόνος, κατέληξε σε δύο Αθηναίους υποψήφιους μνηστήρες, τον Ιπποκλείδη και τον Μεγακλή. Την καθορισμένη ημέρα της διαλογής, έκανε θυσία εκατό μοσχάρια. Κατά την διάρκεια της τελετής, ο Ιπποκλείδης άρχισε να χορεύει με παροξυσμό. Ο Κλεισθένης φανερά ενοχλημένος από την συμπεριφορά του, του είπε:
"Ω γιε του Τυσάνδρου, με τον χορό σου έδιωξες την νύφη".
Έτσι διάλεξε τον Μεγακλή για το χέρι της Αγαρίστης. Από τον γάμο τους γεννήθηκε ο Κλεισθένης των Αθηνών.  Από τον άλλον γιο τους, απέκτησαν τον εγγονό τους, Περικλή των Αθηνών.
(Ηροδότου Ιστορία)

Μία από τις μεγαλύτερες επιτεύξεις του Κλεισθένη ήταν η απελευθέρωση του Μαντείου των Δελφών από την πόλη της Κρίσσας (585 π.Χ.) και την κωμόπολη Κίρρα, η οποία φορολογούσε και λήστευε τους προσκυνητές που ερχόντουσαν στο λιμάνι της για να προσκυνήσουν το μαντείο. Με την βοήθεια της Αμφικτιονικής Συμμαχίας(Αθηναίων, Θεσσαλών), απέκλεισε με τον Σικυωνικό στόλο το λιμάνι και μετά από σθεναρή αντίσταση δέκα ετών, κατέλαβε την πόλη Κίρρα και την εξολόθρευσε(πρώτος Ιερός πόλεμος 595-585 π.Χ.).
Ο Κλεισθένης αναδιοργάνωσε τους Αγώνες στην Πυθία με μεγάλη λαμπρότητα, να γίνονται κάθε τέσσαρα χρόνια όπως και στην Ολυμπία, πρόσθεσε νέα αγωνίσματα (από ένας μουσικός διαγωνισμός που ήταν παλαιότερα, προστέθηκαν αρματοδρομίες, πάλη, τρέξιμο, κλπ.). Το μαντείο των Δελφών το πήρε υπό την προστασία της η Αμφικτιονική Συμμαχία, η οποία μετονομάσθηκε Δελφική Αμφικτιονία. Εδραίωσε επίσης αγώνες στην Σικυώνα, σύμφωνα με τους αγώνες στην Πυθία, και έχτισε καινούργιο Θησαυροφυλάκιο της Σικυώνος στους Δελφούς.

Ένα πράγμα που μπορεί να λεχθεί κατά του Κλεισθένη, είναι η σκληρή στάση που πήρε εναντίον της αριστοκρατίας. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, την απότομη διακοπή της πλούσιας πολιτιστικής κληρονομιάς που είχαν δημιουργήσει και την οποία πολύ σωστά ο Ορθαγόρας και ο γιος του Μύρων είχαν αφήσει άθικτη.  Παίρνοντας ως πηγή τον Ηρόδοτο, είναι φανερό ότι η τραγωδία είχε ήδη δημιουργηθεί επί Ορθαγόρα. (Τι άλλο παρά τραγωδία είναι, αδιάφορο σε πιο στάδιο εξέλιξης, οι παραστάσεις για τα παθήματα, κακοτυχίες και ηρωικά κατορθώματα του Άδραστου, με χορωδίες, κλπ., ?).
(Ηροδότου Ιστορία)

Το επιχείρημα, ότι η τραγωδία γεννήθηκε στην Σικυώνα, συμφωνεί με τις πηγές που αναφέρουν τον ποιητή Επιγένη της Σικυώνος, ως τον πρώτο άνθρωπο που έγραψε τραγωδία, και  τους ισχυρισμούς των Δωριέων ότι ανακάλυψαν την τραγωδία και την κωμωδία.


Ο Αισχίνης, διάδοχος του Κλεισθένη, εξορίστηκε από τους Λακεδαιμονίους το 556 π.Χ. και η Σικυών προσχώρησε στην Πελοποννησιακή συμμαχία, παραμένοντας πιστός σύμμαχος της Σπάρτης για τα επόμενα εκατόν πενήντα χρόνια. Κατά την διάρκεια αυτού του χρονικού διαστήματος, η Σικυών ευημερούσε όπως δείχνει η αύξηση στην κοπή νομισμάτων.
Οι Σικυώνιοι πολέμησαν κατά των εισβολέων Περσών με μεγάλη γενναιότητα στην μάχη της Μυκάλης της Μιλήτου (Σεπτέμβριο 479 π.Χ., η οποία έγινε την ίδια μέρα με την μάχη των Πλαταιών) και έπεσαν σαν ήρωες μαζί με τον στρατηγό τους Περίλαο. Μαζί με τους Αθηναίους, Κορίνθιους και Τροιζήνιους έκαναν ομαδική έφοδο που τους έδωσε την νίκη.  Έχασαν στην μάχη περισσότερους άνδρες από κάθε άλλη πόλη.
Πολέμησαν επίσης γενναία δύο φορές εναντίον των Αθηναίων, την πρώτη εναντίον του ναυάρχου Τολμίδη (455 π.Χ.) και την δεύτερη εναντίον του ίδιου του Περικλή, με χίλιους οπλίτες (453 π.Χ.), σε ανοιχτή μάχη, όπου οι Αθηναίοι προσπάθησαν να καταλάβουν τον Κορινθιακό κόλπο.  Και τις δύο φορές οι Αθηναίοι, αν και νίκησαν, απέτυχαν να καταλάβουν την Σικυώνα.



Εύφρων
(368 - 366 π.Χ.)

'Αγαλμα της Εκάτης
Η εισβολή της Πελοποννήσου από τους Θηβαίους, για να καταστείλουν και να αποδυναμώσουν την Σπάρτη, έφερε αναστάτωση σε όλες τις πολιτείες. Σε αυτήν την άστατη χρονική περίοδο ένας πολίτης της Σικυώνος με επιρροή, ονομαζόμενος Εύφρων, άρπαξε την ευκαιρία να εγκαθιδρύσει την δημοκρατία και να γίνει τύραννος της πόλης (368 π.Χ.).
Τα ιστορικά συμβάντα της ανόδου του στην εξουσία, έχουν ως εξής:
Οι Θηβαίοι καθαίρεσαν την ολιγαρχία στις πόλεις των Αχαιών, εξόρισαν τους αργηγούς της ολιγαρχίας και τοποθέτησαν δικό τους αρμοστή σε κάθε μία πόλη.  Η Σικυών που ήταν σύμμαχος των Θηβών την εποχή εκείνη, έχοντας ήδη αρμοστή και φρουρά, είχε παραμείνει ολιγαρχική. Αυτή ήταν η γενική κατάστασης, όταν ο Εύφρων άρπαξε την ευκαιρία και κατέλαβε την εξουσία. Προειδοποίησε τους Αρκάδες και Αργείους, ότι αν η ολιγαρχία παρέμενε στην εξουσία, αργά η γρήγορα θα υπέκυπταν στην Σπάρτη, και γι' αυτόν τον λόγο ήταν απαραίτητο η Σικυών να γίνει δημοκρατική. (Ένας μεγάλος αριθμός από εξόριστους ολιγαρχικούς αφού ένωσαν τις δυνάμεις τους, κατόρθωσαν να ανατρέψουν αρκετές από τις καινούργιες δημοκρατίες, εξορίζοντας τον Θηβαίο αρμοστή και τοποθετώντας επιτηρητές υπό την προστασία της Σπάρτης).
Οι Αρκάδιοι και Αργείοι έστειλαν μια μεγάλη δύναμη και υπό την προστασία τους, ο Εύφρων έκανε γενική συγκέντρωση στην Αγορά και πρότεινε ότι η ολιγαρχία έπρεπε να καθαιρεθεί και η Σικυών να εκδημοκρατιστεί.
Η πρόταση αυτή έγινε δεκτή και τον επέλεξαν μαζί με πέντε άλλους ως γενικό διοικητή. Αμέσως ελευθέρωσε όλους τους δούλους και τους έκανε πολίτες. Αργότερα αφού δολοφόνησε τους πέντε συντρόφους του στρατηγούς, έγινε ο μοναδικός άρχων της πόλης.  Με το πρόσχημα ότι Λακωνίζουν, εξόρισε και κατέσχεσε την περιουσία των πλουσίων πολιτών, κατέκλεψε το δημόσιο ταμείο και πήρε από τους ναούς ότι πολύτιμο είχαν, από χρυσό και ασήμι. Με τα χρήματα αυτά, έγινε δυνατό να αυξήσει και να αναδιοργανώσει το προηγούμενο σώμα ξένων μισθοφόρων, τους οποίους χρησιμοποιούσαν οι ολιγαρχικοί, δίνοντας την αρχηγία τους στον γιο του Αντέα. Επίσης εξαγόρασε πολλούς από τους Αρκάδες και Αργείους, που κατείχαν ανώτατα αξιώματα.
Αλλά ήταν τέτοιος ο βαθμός των δολοπλοκιών του και τόσο ανυπόφορη η τυραννία του (επιτέθηκε στην γειτονική Φλειασία, εξαγόρασε, διέφθειρε και δολοφόνησε πολλούς) ώστε οι Αρκάδιοι, που τον είχαν βοηθήσει να πάρει την εξουσία, στράφηκαν εναντίον του.  Μία Αρκαδική δύναμης υπό τον στρατηγό Αινέα της Στυμφαλίας, έφθασε  στην Σικυώνα και τον ανάγκασαν να συμφωνήσει και να επαναφέρει πίσω όλους τους εξόριστους.  Ο Εύφρων τρέμοντας την εκδίκηση τους, μετέφερε την δύναμη των μισθοφόρων στο λιμάνι (το λιμάνι ήταν ξεχωριστή πόλη οχυρωμένη με τείχη, όχι μακριά από την πόλη, στο σημερινό Κιάτο). Αμέσως ανακήρυξε τον εαυτό του φίλο της Σπάρτης και κάλεσε τους Λακεδαιμονίους να πάρουν το λιμάνι υπό την κυριαρχία τους, αλλά όλα αυτά δεν έφεραν αποτέλεσμα. Τελικά με την βοήθεια των Αθηναίων, επέστρεψε πάλι πίσω στην πόλη.
Αργότερα επισκέφθηκε τις Θήβες, για να ζητήσει την βοήθεια τους  να εξορίσει ξανά τους αντιπάλους του και να πάρει απόλυτη κυριαρχία στην πόλη. Δολοφονήθηκε εκεί, μπροστά στα Καδμεία, στην είσοδο του βουλευτηρίου από ολιγαρχικούς, οι οποίοι παρακολουθούσαν τις κινήσεις του. Οι δικαστές πρότειναν την θανατική ποινή στους ενόχους, αλλά τελικά αθωώθηκαν. Στην Σικυώνα η μνήμη του Εύφρωνα ήταν αγαπητή και λατρευότανε σαν δεύτερος ιδρυτής της πόλεως. Αυτό δείχνει, ότι κάτω από την αρχηγία του, ο φτωχός λαός ήταν πιο ευχαριστημένος από τους πολιτικούς αντιπάλους του, τους οποίους μεταχειρίσθηκε χωρίς οίκτο. Ο γιος του Αντέας, τον διαδέχθηκε στην εξουσία και μετά από αυτόν   η πόλη κατελήφθη από τους Μακεδόνες.
Η Κρατεσίπολις, μετά την δολοφονία του άνδρα της Αλέξανδρου στην Σικυώνα το 314 π.Χ., κατέστειλε την εξέγερση και αφού ανέλαβε την εξουσία εκτέλεσε τους τριάντα ηγήτορες. Αφού επανέφερε την τάξη, διοίκησε την Σικυώνα και την Κόρινθο επί έξι χρόνια, μέχρι την άφιξη του Πτολεμαίου της Αιγύπτου, στον οποίο παρέδωσε την ηγεμονία της.
Το 303 μ.Χ., ο Δημήτριος Πολιορκητής κατέλαβε την Σικυώνα, κατέστρεψε την πόλη και έχτισε την νέα πόλη στην Ακρόπολη, επάνω σε ένα τριγωνικό οροπέδιο, 4χμ στο εσωτερικό. Ονόμασε την νέα πόλη Δημητριάς, αλλά το όνομα αυτό δεν κράτησε για πολύ, αν και χρησιμοποιήθηκε ξανά τον μεσαίωνα για λίγο διάστημα



Τύραννοι
(303 - 251 π.Χ.)


Η Σικυών, μετά τα χρόνια του Κλεισθένη, ο οποίος είχε δώσει τέλος στην κυριαρχία της Δωρικής αριστοκρατίας, ήταν ο τόπος όπου διαρκείς αναστατώσεις και  συνεχείς διαμάχες ελάμβαναν μέρος, υπέφερε δε από σειρά τυράννων και δημαγωγών.
Αυτή ήταν η κατάσταση όταν ο Κλέων έγινε τύραννος στην Νέα Πόλη. Ο Κλέων δολοφονήθηκε και ο Ευθύδημος μαζί με τον Τιμοκλείδη έγιναν συγχρόνως τύραννοι. Οι κάτοικοι όμως της Σικυώνος τους απέλασαν και διάλεξαν τον Κλεινία να κυβερνήσει την πόλη. Ένα από τα έργα του ήταν το κτίσιμο του Γυμνασίου.
Μερικά χρόνια αργότερα ο Κλεινίας δολοφονήθηκε από τον Αμπαντίδα, ο οποίος σκότωσε όλους τους στενούς φίλους του και εξόρισε άλλους που ήταν με το μέρος του. Προσπάθησε να σκοτώσει επίσης και τον γιο του, Άρατο, ο οποίος ήταν μόλις επτά χρονών. Ευτυχώς γι' αυτόν, η αδελφή του τυράννου Σωσώ, η οποία ήταν παντρεμένη με τον αδελφό του Κλεινία, τον λυπήθηκε, τον έκρυψε στο σπίτι της, και την νύχτα τον φυγάδευσε στο Άργος, σε φίλους της οικογένειας. Ο Αμπαντίδας θανατώθηκε από τον λαό και ο πατέρας του Πασέας ανέλαβε τύραννος, αλλά όχι για πολύ. Δολοφονήθηκε από τον Νικοκλή, ο οποίος έγινε ο νέος τύραννος.
Από τα γεγονότα αυτά ο Άρατος ένοιωσε μίσος για την τυραννία και όταν μεγάλωσε άρχισε να σκέπτεται πώς θα ελευθερώσει την πατρίδα του από τον τύραννο Νικοκλή. Μάταια προσπάθησε να πάρει βοήθεια από τους βασιλείς της Μακεδονίας και Αιγύπτου, και έτσι αποφάσισε να ελευθερώσει την Σικυώνα οργανώνοντας τους εξόριστους και να πάρει την πόλη με την βία.


Αρχαία κρήνη

Άρατος
(271 - 213 π.Χ.)


Μεγάλος πολιτικός άνδρας της Ελληνιστικής περιόδου. Ήταν άριστος διπλωμάτης και αρχηγός της Αχαϊκής Συμμαχίας για περισσότερο από 25 χρόνια. Σε ηλικία είκοσι χρονών, το 251 π.Χ., με λίγους άνδρες χρησιμοποιώντας κομάντο τακτική, ελευθέρωσε την Σικυώνα από τον τύραννο Νικοκλή, ο οποίος ήταν προστατευόμενος του βασιλέως Αντιγόνου της Μακεδονίας, και εγκαθίδρυσε δημοκρατία.
Kατά την διάρκεια μιας νύχτας, με μία μικρή δύναμη από Σικυώνιους εξόριστους και από Αργείους μισθοφόρους, αποφεύγοντας την παρατήρηση των φρουρών κατάφερε να εισβάλει μέσα στα τείχη. Με το ξημέρωμα υποστηριζόμενος από τον λαό, έγινε κυρίαρχος της πόλης. (σ1)
Ο Άρατος έδωσε αμέσως ίσα πολιτικά δικαιώματα σε όλους, επανέφερε πίσω όλους τους εξόριστους και επέστρεψε την περιουσία τους.
Οκτώ χρόνια αργότερα (243 π.Χ.) χρησιμοποιώντας την ίδια τακτική, κατέλαβε την Ακροκόρινθο και ελευθέρωσε την Κόρινθο από την Μακεδονική ηγεμονία. Το 241 π.Χ. νίκησε την γειτονική πόλη της Πελλήνης. Με την Αιτωλία ως σύμμαχο του (239 π.Χ.), επιτέθηκε στο Άργος, το οποίο δέκα χρόνια αργότερα (229 π.Χ.) κατάφερε να το φέρει στην Αχαϊκή συμμαχία. Τον ίδιο χρόνο ελευθέρωσε την Αθήνα εξαγοράζοντας την Μακεδονική φρουρά του Πειραιώς.
Ο Άρατος ένωσε όλες τις πόλεις της Πελοποννήσου, εκτός της Σπάρτης και  Ηλείας, και εγκαθίδρυσε δημοκρατίες. Νικήθηκε δύο φορές από τον βασιλιά Κλεομένη της Σπάρτης, αλλά τελικά κατάφερε να τον νικήσει και να τον καθαιρέσει από τον θρόνο του το 222 π.Χ., ενώνοντας τις δυνάμεις του με τον Αντίγονο Δώσον βασιλιά της Μακεδονίας. Επίσης πολέμησε τους πρώην συμμάχους του Αιτωλούς και ο πόλεμος τελείωσε το 217 π.Χ.
Σαν χαρακτήρας και στρατηγός, ο Άρατος επικρίθηκε και κατηγορήθηκε(και επαινέθηκε από περισσότερους) για την αρχηγία του από πολλούς, οι οποίοι αμφισβήτησαν και την αξία του ως πολιτικού, δίνοντας κυρίως το επιχείρημα ότι ήταν ο υπεύθυνος για την κυριαρχία της Πελοποννήσου από τους Μακεδόνες, αν και ο αρχικός σκοπός του ήταν να την απελευθερώσει από αυτούς.
Επιχειρήματα σαν αυτά είναι επιφανειακά. Η αλήθεια είναι ότι απέδειξε την τολμηρότητα και το κουράγιο του χαρακτήρα του πολλές φορές και η επιτυχία ή αποτυχία του σαν στρατηγός δεν είναι καθόλου εύκολο να αποδειχθεί. Ο Άρατος έδειξε την πολιτική ικανότητα του όταν ένωσε ολόκληρη την Πελοπόννησο κάτω από δημοκρατικό πολίτευμα και παραμένοντας αρχηγός της Αχαϊκής Συμμαχίας επί είκοσι πέντε χρόνια.
Ο Άρατος δολοφονήθηκε το 213 π.Χ. από τον βασιλιά Φίλιππο της Μακεδονίας.
Έγραψε απομνημονεύματα (τα οποία χάθηκαν), και τα οποία ο Πολύβιος χρησιμοποίησε στην ιστορία του.
Plutarch: Aratus



(212 π.Χ. - 500 μ.Χ.)

Μετά τον Άρατο η Σικυών ουδέποτε ξαναβρήκε την παλαιά αίγλη της, αλλά η πόλη επέζησε μέχρι σήμερα. Κατά την διάρκεια των Ρωμαϊκών χρόνων η Σικυών ήταν δημοφιλές θέρετρο.
Μετά την καταστροφή της Κορίνθου από τους Ρωμαίους (146 π.Χ.), η Σικυών κατάφερε να επιζεί, αν και επλήγη από δύο καταστρεπτικούς σεισμούς (153 π.Χ. και 141 π.Χ.). Ο Αντωνίνους Πίους πιθανότατα βοήθησε για την ανοικοδόμηση της πόλης, η οποία ξαναβρήκε καινούργια πνοή, μέχρις ότου ο στρατηγός Σύλλας λεηλάτησε την πόλη (87 π.Χ.).
Η σύζυγος του Αντώνιου, Φουλβία πέθανε στην Σικυώνα το 40 π.Χ.
Κατά την διάρκεια του τρίτου αιώνα μ.Χ., η Σικυών ξανάκτισε το επάνω επίπεδο στο Γυμνάσιο του Κλεινία και μετέτρεψε το Βουλευτήριο σε λουτρά. Αυτήν την περίοδο οι κάτοικοι μετακινήθηκαν από το οροπέδιο στο λιμάνι, όπου μία καινούργια πόλη "Νέα Σικυών" (σημερινό Κιάτο) άρχιζε να παίρνει ζωή.
Η Σικυών έπαιξε ρόλο στην εξάπλωση του Χριστιανισμού. Τον τέταρτο αιώνα μ.Χ., δύο εκκλησίες κτίσθηκαν στο οροπέδιο. Η μία ήταν κοντά στην σημερινή εκκλησία της Αγίας Τριάδος στο Βασιλικό και η άλλη επάνω σε αρχαίο ναό στην Αγορά.

Το αρχαίο θεάτρο

Το Αρχαίο Θέατρο της Σικυώνος.
Tο θέατρο της Σικυώνος, ένα από τα μεγαλύτερα της ηπειρωτικής Ελλάδος, κτίσθηκε στο τέλος του 4ου αιώνος π.Χ. σε ιδανική φυσική τοποθεσία και ανεσκάφει από την Αμερικανική Σχολή Κλασσικών Σπουδών το 1887 - 1891.
Η ορχήστρα, η οποία έχει 20 μέτρα διάμετρο περιστοιχίζεται από σύστημα οχετεύσεως, και το κοίλον έχει μήκος 125 μέτρα, χωρίζεται σε δύο διαζώματα, με ένα διάδρομο. Το κάτω διάζωμα μπορεί να προσεγγισθεί από δύο θολωτές διόδους και από τις δύο μεριές του θεάτρου, καθώς και από τα 16 σκαλοπάτια των παρόδων. Υπάρχουν 50 σειρές καθισμάτων , κατά το πλείστον σκαλισμένες στον βράχο (δεν έχουν ανασκαφεί τελείως) χωρισμένες σε 15 τμήματα. Η πρώτη σειρά καθισμάτων έχει υποστήριξη για την πλάτη και τα χέρια και σκαλισμένη βάση.  Η σκηνή είχε στην πρόσοψη της Δωρικό προπύλαιο με 13 κίονες.
Ο Πολύβιος αναφέρει ότι η Αχαϊκή Συμμαχία συναντήθηκε εδώ το 168 π.Χ. και πολύ πιθανόν το θέατρο χρησιμοποιείτο και για πολιτικές συγκεντρώσεις.
Σήμερα, κάθε καλοκαίρι τον Αύγουστο, δίνονται θεατρικές παραστάσεις.

Γυμνάσιο - Βουλευτήριο
Το Γυμνάσιο βρίσκεται κάτω από την Ελληνιστική Ακρόπολη της Σικυώνος και δυτικά της Αγοράς. Αποτελείται από δύο ορθογώνιους χώρους σε δύο διαφορετικά επίπεδα.
Το κάτω επίπεδο κτίσθηκε στα πρώτα χρόνια της ίδρυσης της Νέας Πόλης από τον πατέρα του Αράτου, Κλεινία. Το επάνω μέρος κατασκευάσθηκε αργότερα και είχε διαστάσεις εβδομήντα επί τριάντα δυόμισι μέτρα.  Κατά τον τρίτο αιώνα μ.Χ., το επάνω μέρος ξανακτίσθηκε.
Ένας ογκώδης τοίχος συγκρατούσε το όλο χτίσμα του Γυμνασίου από τα υψηλότερα χώματα της Ελληνιστικής Ακρόπολης. Ένας παρόμοιος τοίχος συγκρατούσε επίσης τα χώματα του επάνω επιπέδου και πάνω του ήταν χτισμένες δύο πανομοιότυπες στην εξωτερική μορφή Κρήνες, έχοντας στην πρόσοψη δύο δωρικές στήλες. Στις άκρες του τοίχου όπως και στη μέση υπήρχαν σκάλες.
Η είσοδος του Γυμνασίου ήταν στο βορειοδυτικό μέρος του κάτω επιπέδου, το οποίο και αποτελούσε το κυρίως Γυμνάσιο. Σ' αυτό υπήρχαν διαφορετικού μεγέθους δωμάτια και ένα από αυτά έχει αναγνωρισθεί ως το Εφηβείο. Έχουν βρεθεί πολλά ευρήματα, μεταξύ αυτών κεραμίδια στέγης από το αέτωμα ζωγραφισμένα με λουλούδια.
Η όλη κατασκευή περιστοιχίζονταν από Ιωνικές κολώνες. Στοές στο επάνω και κάτω επίπεδο οδηγούσαν στα διάφορα δωμάτια.

ΠΗΓΗ : http://www.sikyon.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια που δεν συνάδουν με το περιεχόμενο της ανάρτησης, όπως και σχόλια υβριστικά προς τους αρθρογράφους, προσβλητικά σχόλια προς άλλους αναγνώστες σχολιαστές και λεκτικές επιθέσεις προς το ιστολόγιο θα διαγράφονται.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...